Δελτίο επι παντώς θέματος
Monday, May 28, 2012
Θα τον ξεχάσεις
Θα τον ξεχάσεις, σου λέω. Θα τον ξεχάσεις μέσα στο άγχος και την πολυφωνία των επερχόμενων εκλογών. Θα τον ξεχάσεις, γιατί δεν έβλεπες το πρόσωπό του χιλιάδες ώρες σε πάνελ τηλεοπτικών εκπομπών. Θα τον ξεχάσεις, γιατί δεν ήταν πολυγραφότατος , ούτε λαλίστατος, ούτε δημοφιλής.
Στο δέκατο του δευτερολέπτου που πέρασε η σφαίρα μέσα από ένα μυαλό που είχε την ατυχία να ονειρεύεται θα τον αφήσεις στην μνήμη σου και θα τον φέρνεις στη θύμηση σου, όταν θα έχεις την συνηθισμένη στιγμιαία τσατίλα, σαν εκείνον που στήθηκε απέναντι από τα γραβατοδεμένα καθίκια της δημοκρατίας φτύνοντάς τα με το αίμα του. Θα τον ξεχάσεις γιατί δεν έχεις την ψυχική αντοχή να τον θυμάσαι.
Friday, May 4, 2012
Ξημερώνει...
Σήκω να χορέψεις ένα ζεϊμπέκικο σαν εκείνα τα παλιά που χόρευαν κάποτε πάνω σε μωσαϊκά λεκιασμένα με ρετσίνα. Απέκτησε πάλι αφορμή να υψώσεις τα χέρια ψηλά και να μιλήσεις κρυφά με τους θεούς που κρύφτηκαν σαν τα ξωτικά πίσω από την κορυφή του Ολύμπου μην αντέχοντας πια τα λόγια των θνητών κινούμενων πεθαμένων. Επάνω στην πρώτη στροφή να ανοίξεις πάλι τα χέρια σαν φτερά , έτσι για να θυμηθείς ότι κάποτε μπορούσες να πετάξεις ως Αετός . Στο μαγαζί αυτό που στριμωχτήκαμε όλοι, ο ένας δίπλα στον άλλον, με τα φθαρμένα μας ρούχα και την αξιοπρέπεια διπλωμένο χαρτάκι στην τσέπη του πουκαμίσου, ας το γλεντήσουμε πριν το ξημέρωμα έρθει.
Πριν αρχίσουν οι τοκογλύφοι να μπαίνουν στο χωριό ρίχνοντας μπετόν στα χωράφια που κάναμε κόντρες καβάλα σε ασέλωτα άλογα. Πριν αρχίσουν να κόβουν τα δέντρα που σαν παιδιά χαράζαμε τον έρωτα μας στον κορμό τους και την άλλη μέρα μέσα στα κλάματα τούς βάζαμε γάζα ζητώντας συγνώμη για την αλαζονεία της στιγμής. Στον καφενέ που βρέθηκες απόψε κάψε την Μνήμη πριν την ποδοπατήσουν εις το όνομα της αξιοποίησής σου ατσαλάκωτα ανδρείκελα. Κοίτα ψηλά στον κιτρινισμένο τοίχο τον εαυτό σου να καμαρώνει με το πρώτο κουστουμάκι σου, δίπλα στους δικούς σου, σε μια φωτογραφία "εβδομαδιαία". Αυτό το κουστουμάκι που κόστισε μισό ιδρωμένο μηνιάτικο του πατέρα σου και συ έκανες μούτρα για το παπιγιόν, παρά του ότι πια είχες γίνει άντρας. Πάρε την στροφή αργά σε αυτό το ζεϊμπέκικο γιατί μέσα σου όλα είναι εύθραυστα. Μην σπάσει η καρδιά. Οι στροφές που έδωσες για να μείνεις άνθρωπος την έχουν ήδη ραγίσει. Σταθμοί
Wednesday, May 2, 2012
Ένας απλός άνθρωπος
Να’ μουν ένας απλός άνθρωπος ήθελα από παιδί. Να χαίρομαι με το ξημέρωμα και να κοιμάμαι με την μία όταν η νύχτα πέσει. Να βλέπω την αισιόδοξη πλευρά των πραγμάτων. Σαν απλός άνθρωπος να ζήσω. Πώς περιπλέχθηκε τόσο η ζωή και πόσο φόρτωσε το κεφάλι μου με ερωτήματα που ακόμα δεν βρήκα απαντήσεις, ούτε που κατάλαβα. Μία πρόσθεση και μία αφαίρεση ήθελα να ξέρω για να μπορώ να βάζω και να βγάζω από την σκέψη μου ό,τι εγώ θεωρούσα ότι πρέπει να μείνει ή να φύγει. Κι όμως ήρθε η διαίρεση και ο πολλαπλασιασμός με τα χρόνια ,που κάνουν τα πράγματα δύσκολα όταν πρέπει ως απλός άνθρωπος να αποφασίσω.
Εκεί λοιπόν που θέλω με την μία να διαγράψω την πολιτική ως έννοια και ως πράξη έρχονται στο μυαλό μου πολιτικά πρόσωπα που έβαλαν τον άνθρωπο πάνω από την πολιτική άσχετα αν στο τέλος το πλήρωσαν ακριβά. Εκεί που λέω όχι όπλα, όχι στρατός, έρχονται στα μάτια μου σαν ταινία, φωτογραφίες ασπρόμαυρες παλικαριών που ώρες-ώρες ήθελα να τους μοιάσω.
Tuesday, May 1, 2012
Η χώρα του Τίποτε-Τίποτε
Αυτό που κατάφερε η νεότερη Ελλάδα είναι να δημιουργήσει την χώρα του «Τίποτε-Τίποτε» και να βάλει ως σύμβολα αλλά και ως εκφραστές της αυτούς που δεν έχουν τίποτα να πουν και με το τίποτα ανεβαίνουν την ιεραρχία. Η βάση αυτού του οικοδομήματος ξεκινά από τον μικρό Τίποτα ο οποίος μπορεί να είναι μπακάλης και θέλει να διαφημίσει το τουλουμοτύρι του. Θα καλέσει τον διαφημιστή θα τον πληρώσει και θα του πει ΑΥΤΟΣ πώς θα γίνει η διαφήμιση, γιατί αυτός ξέρει.
Είναι νεόπτωχος και θέλει την μεζονέτα του στο καμένο και καταπατημένο δάσος; Θα καλέσει μηχανικούς και αρχιτέκτονες και θα τους πει Αυτός πώς θα την χτίσουν και απαραίτητα να την βάψουν χρώμα γουρουνί για να ταιριάζει με το περιβάλλον, (επειδή ξέρει και από οικολογικά θέματα).
Όσο ανεβαίνει αυτό το τρισάθλιο οικοδόμημα όλο και πιο κραυγαλέοι Τίποτα κάνουν την εμφάνισή τους. Για παράδειγμα, υπάρχει στην ελληνική πραγματικότητα δίποδο που διαλαλεί δημοσίως ότι ήταν ηλίθιος και πήγαινε στο σχολείο μια φορά την εβδομάδα γιατί πίστευε ότι η Δευτέρα είναι μία εβδομάδα, η Τρίτη είναι η επόμενη και πάει λέγοντας. Κι όμως, παρ΄ όλη την ηλιθιότητα, την αμορφωσιά, την αγραμματοσύνη, «πρόκοψε» στη χώρα του «Τίποτε-Τίποτε» και εκτός από βουλευτής (όπου αποφάσιζε για τις τύχες ενός λαού) είναι και νομάρχης όπου κουμαντάρει και διασκεδάζει ταυτόχρονα τον λαό (γιατί είναι και τραγουδιστής και ηθοποιός και ότι «γουστάρει» η ψυχή σου).
Στους διαδρόμους του οικοδομήματος θα βρεις και άλλες ειδικότητες. Ένας Τίποτα, αν και υδραυλικός, έκανε ορθοπεδικές εγχειρήσεις σε δημόσιο νοσοκομείο διότι ο ίδιος δεν έβλεπε καμία διαφορά μεταξύ μιας ανθρώπινης λεκάνης από μία πορσελάνινη, αναρωτιόταν μόνο που να στηρίξει το καζανάκι.
Saturday, October 8, 2011
Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι
Θεσμοί και νοοτροπίες στην ελληνική οικονομία1
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 8, Ιούνιος 2010.)
ΛΟΓΟΠΛΑΙΣΙΟ
Καθαρεύουσα και δημοτική
Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.
Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.2 Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.
Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 8, Ιούνιος 2010.)
ΛΟΓΟΠΛΑΙΣΙΟ
Καθαρεύουσα και δημοτική
Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.
Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.2 Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.
Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».
Subscribe to:
Posts (Atom)